2008

  • Monumental Interval

    |δοκίμιο|

    Το καλοκαίρι του 2008 φωτογράφισα το νέο Μουσείο της Ακρόπολης. Ήταν μια στιγμή πριν την ολοκληρωσή του για τα εγκαίνια που έγιναν ένα χρόνο αργότερα, τον Ιούνιο του 2009. Η κατασκευή έγινε με γνώμονα τη σχέση του με τον Παρθενώνα, τον ιερό βράχο της Ακρόπολης και το αθηναϊκό τοπίο. Η πρώτη εντύπωση, μια επιβλητική παρουσία˙ στάθηκα στις κατασκευαστικές του λεπτομέρειες που αναγνωρίζονται ως πρωτοπόρες στην παρουσίαση των αρχαίων ελληνικών εκθεμάτων.

    Ο ρηξικέλευθος όγκος του τσιμέντου αντιπαρατάσσεται στο αθηναϊκό τοπίο και δείχνει το δρόμο για το μέλλον, προτείνοντας αναδιανομή της χωροταξίας για να εφαρμοστούν νέες κλίμακες δόμησης. Βλέποντας κανείς από ψηλά την περιοχή και ατενίζοντας τα οικοδομικά μπλογκ, διαπιστώνει ότι η ενιαία έκτασή του ενσωματώνεται φυσιολογικά στην Αττική. Θα μπορούσε κανείς να ενώσει ανάλογα τα άλλα αχανή σχήματα και να τα αναδιαμορφώσει σε νέους συμπαγείς όγκους οικιστικής ανάπτυξης με οικολογική διαχείριση των φυσικών πόρων της Αθήνας και κύριο συστατικό το Αττικό Φως. Ο Bernard Tschumi έκανε εξαιρετική χρήση των παραπάνω στοιχείων για την παρουσίαση των πιο σημαντικών εκθεμάτων του Ελληνικού πολιτισμού.

    Η γκαλερί του Παρθενώνα έχει χτιστεί σε παράλληλη σχέση με το μνημείο και παρουσιάζει τα αποκομμένα τμήματα των ζωοφόρων του στην αντίστοιχη θέση. Η πανοραμική διαφάνεια με κρύσταλλο έχει συνεχή οπτική επαφή με την Ακρόπολη και δημιουργεί ταυτόχρονα έναν απευθείας διάλογο με τη σύγχρονη Αθήνα. Το ύψος της γκαλερί οριοθετήθηκε λίγο πάνω από το επίπεδο της πόλης επιτρέποντας τη φυσική φωταγώγησή της, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποίησε ως φόντο για τα εκθέματα το παροδικό αθηναϊκό αστικό τοπίο. Μια ευφυής σύλληψη που σου επιτρέπει να σταθείς και να διαλογιστείς σχετικά με τις ανάγκες της εξέλιξης των κοινωνιών και τη διαρκή σχέση τους με την τέχνη˙ επίσης δείχνει να ορίζεται και ως ο τόπος αναφοράς όπου θα μπορούσε να βασιστεί ο στοχασμός για το μελλοντικό όραμα. Μετά τη μεσημβρία, η γκαλερί εξακολουθεί να προβάλλεται στην πόλη με την τεχνητή φωταγώγησή της, το μουσείο έτσι δεν κλείνει ποτέ.

    Στην αρχαϊκή γκαλερί δημιουργήθηκε ένα τοπίο το οποίο εντάσσει το θεατή και αναγνώστη σε μια επαφή πρόσωπο με πρόσωπο με τα αρχαία ελληνικά γλυπτά από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης. Δόθηκε η δυνατότητα να δημιουργηθεί μια ελεύθερη και περιμετρική κίνηση περιήγησης απέναντι στη σταθερή ακινησία των γλυπτών. Το ύψος του χώρου, η χρήση του φωτός, οι ψηλές κολόνες στήριξης δημιουργούν έναν άχρονο χώρο˙ επαναδιαπιστώνει κανείς τη σύνδεσή του με το παρόν όταν βγει από την αίθουσα. Άλλη μια προοπτική ανάγνωσης είναι η θέαση που προσφέρεται από τον όροφο των Καρυάτιδων. Tο βλέμμα μπορεί να σταθεί πανοραμικά στην έκθεση και να παρατηρεί με αμφίρροπη διάθεση το ποιος και τι είναι πραγματικά εν ζωή στο χώρο.

    Είχα την ευκαιρία να δω το στάδιο της κατασκευής του μουσείου ένα βήμα πριν την ολοκλήρωσή του. Αντιπαρέβαλα όλα τα στοιχεία που μου παρουσιάστηκαν για να δώσω έμφαση σε αυτή τη διαδικασία προετοιμασίας. Χρησιμοποίησα τη γειτονιά του μουσείου για να δω τις προβολές του κτιρίου στην περιοχή και να φανεί έτσι η εξελικτική πολεοδομική σχέση. Αντιμετώπισα ως πραγματικά τα εκθέματα που ήταν χυτά αντίγραφα ή φωτο-τυπωμένες εικόνες των γλυπτών τα οποία είχαν στηθεί αρχικά με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί η τελική προβολής τους. Τα ξύλινα κουτιά ασφαλούς μεταφοράς των πρωτότυπων εκθεμάτων ήταν τοποθετημένα όπως για μια έκθεση σύγχρονης τέχνης, όπου το περιεχόμενο είναι η ουσία αλλά δεν φαίνεται, και ο θεατής αντικρίζει την ετικέτα με τον τίτλο του έργου του καλλιτέχνη ως την ουσιαστική του ανάγνωση.

    Τελική μου πρόθεση είναι η επι-φάνεια.

     

    |essay|

    The summer of 2008 I photographed the new Acropolis Museum. It was a moment before the completion of it’s construction for the inauguration that took place a year later, in June 2009. The building process of the museum had as principle it’s relation with Parthenon, the sacred rock of Acropolis and the Athenian cityscape. The first impression reveals an imposing presence; I focused on its constructional details, which have been recognized as pioneering in the presentation of the ancient Greek exhibits.

    The audacious volume of cement opposes itself to the Athenian cityscape and shows the way towards the future, suggesting a redistribution of the zoning in order to put into effect new scales of construction. Peering down on the area and gazing the city blocks, one realizes that the space occupied by the museum is perfectly integrated in the region of Attica. One could link accordingly the rest of the infinite shapes and reform them into new compact volumes for urban development with eco management of the natural resources of Athens, taking profit of the natural Light of Attica. Bernard Tschumi made an excellent use of the elements mentioned above for the presentation of the most important exhibits of the Greek civilization.

    The gallery of Parthenon has been constructed in parallels with the monument and demonstrates the detached parts of its friezes at the respective place. The panoramic transparency offered by the crystal creates a continuous visual contact with the monument of Acropolis, while at the same time it opens a direct dialogue with contemporary Athens. The gallery is situated slightly higher than the level of the city, enabling its natural illumination; at the same time it uses as background for the exhibits the transient Athenian cityscape. A perceptive concept that allows visitors to stand cogitating in respect of the needs for the evolution of societies and their continuous relationship with art. It also seems to de determined as a reference point, a spring-board for the reflection on the vision of the future. After noonday, the gallery continues to project itself over the urban landscape through it’s artificial illumination; therefore, the museum remains always open.

    A landscape was created at the archaic gallery, which puts the viewer and reader in a face-to-face contact with the ancient Greek sculptures of the sacred rock of Acropolis. In this way, it offers the opportunity for a free and circumferential touring movement opposite the stable stillness of the sculptures. The height of the space in question, the use of the light, the high reliance columns create a timeless space; therefore, the connection with the present can be re-realized upon stepping out of the gallery. Another reading perspective is offered by the floor where the Karyatides have been placed. It offers a panoramic view of the exhibition allowing people to observe -undecidedly- who and what is actually alive in space.

    I had the opportunity to visit the museum just before the completion of it’s construction. I collated the presented elements in order to lay emphasis on the preparation process. I used the surrounding area of the museum in order to see the projections of the building in it and show forth its evolutionary urban planning relation. I treated the cast copies and the photo-print images of the sculptures as if they were real, where they had initially been placed for the evaluation of their final projection. The wooden boxes for the safe transportation of the original exhibits were placed as if for a contemporary art exhibition, where their context is the essence but it cannot be seen, and the spectator sees nothing but a label with the title of the work of art, offered as it’s essential reading.

    My final intension is the epi-phany (to show forth).